GO

Το κτίριο ΠΧΣΜ

Το Μεσολόγγι αποτέλεσε την πρώτη επιλογή της οικογένειας Μοσχανδρέου για να στεγάσει εκεί τις συλλογές τέχνης και ιστορίας, ιδρύοντας ένα μουσειακό, εκθεσιακό χώρο, ανοιχτό στο κοινό και σε άμεσο διάλογο με την αδιαμφισβήτητη ιστορικότητα της πόλης. Μια μισοερειπωμένη κατοικία του 19ου αιώνα, νεοκλασικού χαρακτήρα, θα γινόταν η έδρα των συλλογών Μοσχανδρεόυ μετά την αποκατάσταση και τη διαμόρφωσή της σε εκθεσιακό χώρο. Η ιδανική τοποθεσία του κτηρίου στο ιστορικό αστικό κέντρο, απέναντι από την ιερά μητρόπολη του Αγίου Σπυρίδωνος, το καθιστούσε ανεκαθεν σήμα κατατεθέν για την πόλη και τους κατοίκους της. 

Από το 1993 έως το 1997, διήρκεσαν οι εργασίες ανακαίνισης των χώρων του κτιρίου αποκλειστικά με δαπάνες της οικογένειας, ώστε να μεταμορφωθεί η νεοκλασική οικία σε ένα κατάλληλο μουσειακό χώρο με σύγχρονες εκθεσιακές προδιαγραφές. Με απόλυτο σεβασμό στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική, έγινε η απαραίτητη αποκατάσταση των όψεων του κτιρίου.

Η πρόσοψη του κτιρίου διαθέτει περίτεχνα πλαίσια στα ανοίγματα από τραβηχτά επιχρίσματα και διακοσμητικά στοιχεία από γύψο, ενώ παράλληλα αναδείχθηκαν τα λαξευμένα μαρμάρινα φουρούσια του εξώστη αλλά και στο περιθώριο της εισόδου προς την αυλή. Το πλέον αναγνωρίσιμο στοιχείο του κτηρίου αποτελεί ο αύλειος χώρος του, ο οποίος λειτουργεί ως υπαίθρια έκθεση γλυπτικής και σύγχρονης ελληνικής τέχνης. Μεταξύ των σπουδαίων έργων γλυπτικής που εκτίθενται ξεχωρίζει ο Κερδώος Ερμής του Αλέκου Φασιανού.   

 Ο εσωτερικός χώρος διαμορφώθηκε κατάλληλα, προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες και την εύρυθμη λειτουργία του πρωτοποριακού πολιτιστικού θεσμού. Ο κύριος εκθεσιακός χώρος στο ισόγειο, όπου φιλοξενούνται οι περιοδικές εκθέσεις και ενίοτε λαμβάνουν χώρα τα εκάστοτε εκπαιδευτικά προγράμματα, διαμορφώθηκε με γνώμονα την ανάδειξή των εκθεμάτων καθώς και των εσωτερικών στοιχείων του κτιρίου. Ο γύψινος διάκοσμος της οροφής σε σχήμα κανάβου συντηρήθηκε και αναδείχθηκε, καθώς και όλα τα γύψινα διακοσμητικά στοιχειά περιμετρικά της οροφής. Το μαρμάρινο δάπεδο συντηρήθηκε και αποκαταστάθηκε επι μέρους, προσδίδοντας στην κομψότητα αλλά και την διαχρονικότητα του κτιρίου. Οι δυο κεντρικές τμηματικές αψίδες χωρίζουν το ισόγειο σε δυο χώρους (προθάλαμο και κυρίως χώρος) αφήνοντας μεγάλα ανοίγματα για την διέλευση του κοινού.

Στον πρώτο όροφο, υπάρχουν επιπλέον τέσσερις εκθεσιακοί χώροι, οι οποίοι ενισχύουν την λειτουργικότητα της Πινακοθήκης. Εκεί στεγάζεται και η πλούσια Βιβλιοθήκη της Πινακοθήκης, η οποία περιλαμβάνει περισσότερους από 3000 τίτλους βιβλίων - σπάνια έντυπα από την περίοδο του 1821, χειρόγραφες επιστολές, τόμους χρονολογημένους από το 1825 και έπειτα, εφημερίδες και έντυπα αυτής της περιόδου- αποτελώντας, έτσι, σταθμό στο κομμάτι της κοινωνικής προσφοράς.
 
Η αποκατάσταση των όψεων και η διαμόρφωση του εσωτερικού του, με σεβασμό στην ιστορία του κτιρίου και των στοιχείων του, το κατέστησαν από άλλοτε ερειπωμένο, σε ένα λιτό, κομψό και λειτουργικού μουσειακό χώρο. Αυτή η "μεταμόρφωση", μάλιστα, ήταν που ενέπνευσε και τη λαϊκή ζωγράφο Μαρία Πωπ και ζωγράφισε το κτήριο της Πινακοθήκης. Στην ανακατασκευή και διαμόρφωση του κτηρίου έχει βάλει το δικό του στίγμα ο Αλέκος Φασιανός, ο οποίος σχεδίασε την πόρτα της εισόδου προς τον αύλειο χώρο της Πινακοθήκης.

Αλεξάνδρα Κοντούλη
Αρχιτέκτονας- Μηχανικός
BACK TO TOP